Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Υπερπροβολή της κακής μουσικής – Υποπροβολή της καλής

               

της μαθήτριας της Α΄Λυκείου Λυδίας Λουδοβίκου

      Εάν κάποιος έχει μεγαλώσει σε ένα σπίτι, που οι γονείς του ακούν (παραλείποντας χάρην συντομίας τους Κλασικούς, την Δημοτική και την βυζαντινή) μουσική του Χατζηδάκι, του Stephan Micus του Philip Glass, του Keith Jarrett του Arvo Part, του Ian Anderson, και του Peter Gabriel, και έτσι έχει μάθει ο ίδιος να χαίρεται με όλη αυτή την μουσική, αλλά και με την μουσική του Ian Garbarek, του Steve Hackett, των Arcade Fire, της Regina Spector, και των Radio head, όπως και του Θανάση Παπακωνσταντίνου, των Άβατον εξ Αδοκήτω, και της Σαβίνας Γιαννάτου, τότε ανοίγοντας την τηλεόραση, ανοίγοντας το ραδιόφωνο, ανοίγοντας τις πολιτιστικές σελίδες εφημερίδων και περιοδικών, και ψάχνοντας για πολύ καιρό αυτές τις μουσικές που προανέφερα, εύκολα και ολοφάνερα θα αντιληφθεί, ότι η πληροφόρηση γι’ αυτού του είδους τα μουσικά ακούσματα και η παρουσίαση ανάλογων μουσικών εκδηλώσεων, παραμένουν φτωχές και σπάνιες.                                                  
        Εύλογα λοιπόν θα δημιουργηθεί μια σειρά ερωτημάτων. Γιατί η καλή και ποιοτική μουσική δεν φθάνει παρά με το σταγονόμετρο στους πολλούς; Ποιος μηχανισμός ορίζει ποια ακούσματα θα προβάλλονται κεντρικά από τα ΜΜΕ και νυχθημερόν, και ποιά μόλις και μετά βίας; Είναι απλά η ζήτηση του κοινού ή η μεγιστοποίηση του οικονομικού κέρδους ο καθοριστικός παράγοντας που διαμορφώνει το τοπίο της μουσικής πληροφόρησης και παρουσίασης; Τελικά υπάρχει αντικειμενική ή έστω δίκαιη πληροφόρηση;
        Λοιπόν αυτά τα ερωτήματα και οι απαντήσεις σε αυτά αποτελούν τον κύριο κορμό των σκέψεων που ακολουθούν.  Βέβαια  από τις απαντήσεις, που συνήθως  είναι πληκτικά  αναμενόμενες, πολύ καλύτερο είναι το να θέτει κανείς ερωτήματα.  Έτσι πολλές φορές ακούγοντας μουσική μόνη ή με την οικογένειά μου, αναρωτήθηκα εάν το να αναζητά κάποιος και να ακούει καλή μουσική είναι τελικά κάτι αυθόρμητο, ή είναι μια διαδικασία μουσικής και πολιτισμικής εκπαίδευσης και αγωγής; Και άραγε τα ΜΜΕ η τηλεόραση και το ραδιόφωνο δεν θα  έπρεπε να αισθάνονται τον εαυτό τους, όχι απλώς ως πηγές διασκέδασης, αλλά κυρίως ως όργανα μιας πολιτισμικής εκπαίδευσης των πολιτών και του λαού;  Εάν λοιπόν τα ηλεκτρονικά και τα έντυπα ΜΜΕ είναι, άτυπα αλλά ουσιαστικά, τα όργανα μιας ευρύτερης πολιτισμικής εκπαίδευσης και καλλιέργειας, που με τις εκπομπές ή τις σελίδες τους  επηρεάζουν τις συνειδήσεις των ανθρώπων, τότε ποιός είναι ο καθοριστικός παράγοντας ύπαρξης και λειτουργίας τους: η καλλιέργεια και ο πνευματικός πλουτισμός του κοινού ή η μεγιστοποίηση του δικού τους οικονομικού κέρδους;                                                                                                                     
       Αυτή λοιπόν είναι μια καίρια ερώτηση, στην οποία οφείλει να απαντήσει κάθε τηλεοπτικό κανάλι, κάθε σταθμός, κάθε εφημερίδα και κάθε περιοδικό πολιτισμού, πνευματικών εκδηλώσεων, τεχνών και μουσικής. Το κοινό, νομίζω, ότι διαμορφώνεται και διαπλάθεται ανάλογα με το προσφερόμενο πνευματικό υλικό, τόσο από το ιδιωτικό, όσο και από το ευρύτερο δημόσιο περιβάλλον του.  Είναι φυσικό, εάν το διδάξεις και το φέρεις σε επαφή με ένα υψηλό ποιοτικό και  πνευματικό υλικό, ή έστω με ένα μείγμα που θα περιέχει όχι μόνο ψυχαγωγικά στοιχεία αλλά και εναλλακτικά ερεθίσματα αληθινού πολιτισμού, τότε και το ίδιο το κοινό θα αναζητήσει μια ποικιλία εναλλακτικών και πνευματικών πολιτισμικών ποιοτήτων. Εάν πάλι το διδάξεις αποκλειστικά  με μουσικά υποπροϊόντα και του παραδώσεις φθηνά μαθήματα  μαζικής κουλτούρας, τότε και το κοινό, θα μάθει να αναζητάει φθηνά και μαζικά, μουσικά και πολιτισμικά εμπορεύματα. Νομίζω πώς εδώ ακούμε την καρδιά του προβλήματός μας. Θέλουμε μόνο χρήμα και κέρδος, θέλουμε μόνο εξασφάλιση και άμβλυνση της σκέψης και νάρκωση της ευαισθησίας και συνειδησιακή μούχλα που βολεύει; Ή θέλουμε την πνευματική χαρά της ελεύθερης ανθρώπινης συνείδησης και της δημιουργίας, την χαρά της ‘παρηγοριάς της τέχνης’, όπως έχει πει ο ποιητής Νίκος Καρούζος, τη χαρά της δημιουργίας σκεπτόμενων και ευαίσθητων ανθρώπων και πολιτών.                                    
       Νομίζω πώς κάθε άνθρωπος, κάθε κοινωνία σε κάθε εποχή και εντέλει  κάθε παράγοντας και φορέας παιδείας και δύναμης μέσα στην κοινωνία, οφείλει να τοποθετηθεί σε αυτά τα ζητήματα. Και είναι φανερό ότι υπάρχει  και στην μουσική και στον πολιτισμό και στον χώρο των ΜΜΕ η καλή ‘καρποφορία’ και τα βλαβερά ‘ζιζάνια’, και μάλιστα τελευταία αισθάνομαι ότι υπερτερούν ή τουλάχιστον ακούγονται περισσότερο  τα ‘ζιζάνια’. Υπάρχει δηλαδή  στον τομέα των ΜΜΕ, και ειδικότερα στον χώρο του μουσικού πολιτισμού υπερπροβολή της κακής μουσικής και υποπροβολή της καλής.
       Και  επειδή όλοι γνωρίζουμε, ότι αυτοί  που επιδιώκουν μόνο το κέρδος και μόνο την εξουσία, ήδη μάχονται πάρα πολύ γι’ αυτά τους τα κεκτημένα, οφείλουμε να πούμε ότι και όσοι αγαπούν και «μετέχουν της παιδείας» εκείνης που προάγει την σκέψη, την τέχνη, την δημοκρατία, την ευαισθησία, την πολλαπλότητα, την μοναδικότητα και την ανθρωπιά, είναι ανάγκη επίσης  να δίνουν και αυτοί αδιάκοπα και με μεγαλύτερη ακόμη ένταση τον δικό τους αγώνα.  

                   
                                                                                                 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου